Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας

Ο εστεμμένος Φιλλέλην Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε το 1786. Γιος του βασιλιά Maximilian I (Μαξιμιλιανού του Α’) , και της Wilhelmina του Hesse-Darmstadt. Υπηρέτησε στο στρατό του Βοναπάρτη, αλλά παρέμεινε πάντα πιστός οπαδός της ολοκληρωτικής αποδέσμευσης του μικρού καθολικού γερμανικού βασιλείου της Βαυαρίας από τη Γαλλία. Το 1810 παντρεύτηκε την Therese του Saxe-Hildburghausen και το 1825 διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο.

Από μικρός είχε επιδείξει μεγάλη κλίση στην ποίηση, θαύμαζε τις καλές τέχνες και ήταν προστάτης πολλών νέων καλλιτεχνών. Ητο φανατικός λάτρης της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Με την ανάρρησή του στον θρόνο κατάφερε να υλοποιήσει πολλές από τις νεανικές

επιδιώξεις του στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών. Κινητοποιήθηκε για την ίδρυση Καθολικού Πανεπιστήμιου στο Μόναχο, αποδέχθηκε φυσικά την ανάδειξη του δευτεροτόκου υιού του Όθωνος ως πρώτου Βασιλέως των Ελλήνων, ενώ με τη βοήθεια κορυφαίων αρχιτεκτόνων και ζωγράφων της εποχής φιλοτέχνησε το Μόναχο με εντυπωσιακά δημόσια κτίρια νεοκλασικού ελληνικού ρυθμού, όπως η Γλυπτοθήκη, η Πινακοθήκη, το Ωδείο, η Βαλχάλα κλπ.

Φιλελεύθερος μονάρχης αρχικά, εφάρμοσε πολιτική μειώσεως της φορολογίας και παροχών στα λαϊκά στρώματα. Από το 1830 και ύστερα, μετά την Ιουλιανή  Επανάσταση στη Γαλλία και την εκθρόνιση του αδελφού του Λουδοβίκου ΙΗ’, Καρόλου του Χ, (του τελευταίου των Βουρβώνων) ακολούθησε και αυτός συντηρητική πολιτική και περιόρισε κατά πολύ τις πολιτικές ελευθερίες. Πάντως, αν και πολυδάπανος (μάλλον η λέξη σπάταλος είναι πιο ταιριαστή), αγαπήθηκε από πολλούς Βαυαρούς που πραγματικά πένθησαν όταν πέθανε στις 29 Φεβρουαρίου του 1868. Ο τάφος του βρίσκεται στο ναό του Αγίου Βονιφάτιου στο Μόναχο. Ήδη πολλά χρόνια πριν πεθάνει είχε παραιτηθεί υπέρ του αγαπημένου πρωτότοκου θιού, Μαξιμιλιανού του Δευτέρου.

Ο λόγος της παραιτήσεως ήταν οι καταγγελίες εις βάρος του για ένα υπέρογκο δάνειο της Βαυαρίας υπέρ του Όθωνος και της Ελλάδος που είχε γονατίσει τα οικονομικά του μικρού Βαυαρικού κρατιδίου.

Ο Εστεμμένος Φιλέλλην

Με την ανάρρησίν του στον θρόνο το 1825, ο Λουδοβίκος μετατρέπει το Μόναχο στο κέντρο του Παγκοσμίου Φιλελληνικού Κινήματος. Η περίφημη ρήσις του, λίγες ημέρες πριν την ενθρόνισίν του:

«Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου»,

έδειξε καθαρά τον βαθύτατα φιλελληνικό προσανατολισμό της πολιτικής του και της γνήσιας και ανυστερόβουλης φιλίας του για ένα μικρό επαναστατημένο Έθνος της Βαλκανικής. Έδειξε όμως καθαρά και τον χαρακτήρα του ανδρός.

Ο Λουδοβίκος στην κυριολεξία ξόδεψε υπέρογκα για την εποχή ποσά για την διατήρηση και τη σωτηρία της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά προσέφερε

20.000 φιορίνια, ανώνυμα, ως χρήματα που προέρχονται «από έναν παλιό φίλο των Ελλήνων», σε ταμείο που άνοιξε στο Μόναχο μετά από έκκληση του. Απέστειλε στον Ελβετό τραπεζίτη Ευνάρ 435.000 φράγκα, για την απελευθέρωση των γυναικοπαίδων που μετά την έξοδο-καταστροφή του Μεσολογγίου είχαν πέσει στα χέρια των Τούρκων και θα επουλούντο στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Ιδιαίτερη ήταν η πρόνοια που επέδειξε για τα ορφανά των επαναστατών. Τριάντα από αυτά μεταφέρθηκαν στο Μόναχο και η πολιτεία ανέλαβε την εκπαίδευση τους. Ανάμεσα τους βρίσκονταν τα παιδιά σημαντικών ηρώων της επανάστασης, όπως των Ανδρούτσου, Μπότσαρη, Καραϊσκάκη, Μαυρομιχάλη, Κανάρη, Μεταξά, Τζαβέλλα και Κριεζή.

Σε σύσκεψη που είχε λίγο μετά την ηρωική Έξοδο των Ελεύθερων

Πολιορκημένων του Μεσολογγίου με το στρατιωτικό επιτελείο της Βαυαρίας, αλλά και με τη βοήθεια Σαξόνων στρατιωτικών συμβούλων και μη θέλοντας να μείνει μόνο στα ωραία λόγια και στις περιττές εκφράσεις συμπάθειας προς τους δεινοπαθούντες Έλληνες, αποφασίζει να βοηθήσει στη συγκρότηση τακτικού ελληνικού στρατού. Στέλνει λοιπόν στην Ελλάδα, 12 Βαυαρούς ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι εμισθοδοτούντο κανονικά και εντελώς επίσημα από το κρατικό ταμείο του Μονάχου. Αυτοί με εντολή του, δεν υπάγονταν σε κανέναν Έλληνα διοικητή και δρούσαν εντελώς ανεξάρτητα ως σύμβουλοι και εκπαιδευτές.

Ο πιο γνωστός Βαυαρός αξιωματικός που στάλθηκε στην Ελλάδα την περίοδο αυτή είναι ο Karl Heideck.

Αυτός αποτελούσε ένα νέο και εντελώς πρωτότυπο είδος φιλέλληνα. Φορούσε βαυαρική στολή, είχε αποσταλεί ανοιχτά από τον βασιλέα της Βαυαρίας και υπαγόταν σε αυτόν διοικητικά. Έμεινε αρκετά χρόνια και  μετά την εκλογή του Καποδίστρια ως προέδρου της προσωρινής κυβέρνησης, συνεργάστηκε με τον Φαβιέρο για τη δημιουργία του ελληνικού τακτικού στρατού.

Μετά την Ελληνική Ανεξαρτησία, ο Λουδοβίκος μη φειδόμενος εξόδων αφιερώνεται στην μνημειακή κατοχύρωση της Ελληνικής Επανάστασης. Στέλνει στην Ελλάδα το μεγάλο ζωγράφο της εποχής και ευνοούμενό του Peter Von Hess, για να εμπνευστεί από τα πεδία στα οποία εκτυλίχθηκαν οι σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Τα έργα του Hess, που εξιδανικεύουν τις πράξεις των ηρώων της Επανάστασης, αποτελούν μέχρι σήμερα τις κλασικές απεικονίσεις του επαναστατικού αγώνα. (Ας θυμηθούμε το πενηντάδραχμο στην  εποχή της δραχμής, όπου η μορφή της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας βασιζόταν σε απεικόνισή του).

Απέναντι από την Πύλη θριάμβου (Siegestor) που χτίστηκε σε ανάμνηση του βαυαρικού απελευθερωτικού αγώνα, ανοικοδομήθηκαν τα Προπύλαια, το κατεξοχήν μνημείο της Ελληνικής Επανάστασης. Το έργο αυτό, που στα 1846 ανέλαβε ο επίσης φιλέλλην αρχιτέκτων Leo Von Klenze,

ήταν μοιραίο για τον Λουδοβίκο και ίσως να έθεσε σε δοκιμασία τα φιλελληνικά του αισθήματα. Όπως γράφει ο Klenze το δυτικό αέτωμα του μνημείου παρουσίαζε την Ελλάδα, στην οποία οι νικητές σε στεριά και θάλασσα τις πρόσφεραν τις χαμένες επαρχίες και πόλεις. Το ανατολικό αέτωμα, το οποίο έβλεπε προς την πόλη, απεικόνιζε στο κέντρο τον Όθωνα, τον γιο του Λουδοβίκου και βασιλέα της Ελλάδος στον θρόνο του, να δέχεται τα σέβη του λαού, των τεχνών, και των επιστημών. Παράλληλα τα ανάγλυφα που διακοσμούσαν τους τέσσερις γωνιακούς πύργους και που είχαν μήκος 14 μέτρα και ύψος 2 μέτρα αναπαριστούσαν σκηνές από την Ελληνική Επανάσταση. Τον Μάρτιο του 1848 ο Λουδοβίκος αναγκάζεται να παραιτηθεί και να δώσει τη θέση του στον γιο του Μαξιμιλιανό. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο γλύπτης που είχε εμπνευστεί όλον αυτόν τον διάκοσμο, Ludwig Von Schwanthaler, πεθαίνει. Παρ’ όλα αυτά ο Λουδοβίκος εμμένει στην οικοδόμηση των Προπυλαίων, χρηματοδοτεί ο ίδιος προσωπικά την ανέγερση τους. «Την ίδια ημέρα που ο ζωγράφος σημείωνε στον τοίχο του μνημείου τα τελευταία ονόματα των Ελλήνων αγωνιστών, στην Ελλάδα γινόταν η εκθρόνιση του βασιλέως Όθωνος». Πολλοί ήταν εκείνοι που περίμεναν πως ο Λουδοβίκος εν βρασμώ ψυχής θα προχωρούσε στο γκρέμισμα του μνημείου. 0 φιλελληνισμός του όμως αποδείχτηκε ισχυρότερος από τις προσωπικές του περιπέτειες.

Επίμετρον – Η επιρροή των Βαυαρών στην Αρχιτεκτονική της Αθήνας Ο Leo Von Klenze από το έτος 1812 άρχισε να εργάζεται για την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της Βαυαρικής πρωτεύουσας με σχέδια που άρχισαν να υλοπιούνται μετά το 1816, με έργα όπως ή οδός προς τιμήν του Λουδοβίκου, (Ludwigstrabe),

η πλατεία του Odeon (Odeonsplatz), η πλατεία του Βασιλέως (konigsplatz), η πλατεία των Βίττελομπαχ (Wittelsbacherplatz). Από τα κτίρια του Μονάχου αυτής της εποχής και λίγο αργότερα, με τον κλασσικό μνημειακό χαρακτήρα την σφραγίδα του Κλένζε φέρουν το Μέγαρο Μουσικής (Odeon), η Βαλχάλλα (Walhalla), η Πινακοθήκη, και ασφαλώς η Γλυπτοθήκη. Στην Αθήνα ο Κλένζε θα φθάσει το έτος 1834 και με τις περγαμηνές και την εύνοια που ήδη τον περιέβαλαν θα τεθεί επικεφαλής κλιμακίου πολεοδόμων, μηχανικών, και αρχιτεκτόνων, ανάμεσα τους, ο Κλεάνθης, ο Shaubert, ο Gartner. Είναι γνωστή η παρέμβαση του για την διόρθωση του αρχικού πολεοδομικού σχεδίου της Αθήνας των Shaubert και Κλεάνθη την οποία δυστυχώς επέβαλαν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Πάντως επιτέλεσε σημαντικό έργο στην Αθήνα. Το 1834  θα συνεργαστεί με τον αρχαιολόγο Ρος (Ludwig von Ross) μετέπειτα διευθυντή της αρχαιολογικής υπηρεσίας και έφορο αρχαιοτήτων, για το σχέδιο αποστρατιωτικοποιήσεως της Ακροπόλεος του Βαυαρικού Υπουργείου Στρατιωτικών, επειδή τα περιτειχισμένα αλλά και ερειπωμένα μνημεία, όπως ο ναός της Αθηνάς – Νίκης, εξακολουθούσαν να θεωρούνται και να είναι απλά τμήματα η οικοδομήματα του οχυρού που υπήρχε στην θέση της Ακρόπολης όπως μας είναι γνωστή σήμερα. Με φιλοπονία και συστηματικότητα θα αποκολληθούν οι προσθήκες αιώνων δομικών επιχρισμάτων, ώστε να αναδειχτούν τα Προπύλαια και θα αναστηλωθεί ο ναός της Αθηνάς- Νίκης προσωπικά από τον Κλένζε.

Παρά ταύτα , στο μέλλον και στα σύγχρονα ιστορικά συγγράμματα, ο Κλένζε και γενικά ο ευεργετικός ρόλος των Βαυαρών αρχιτεκτόνων και της γερμανικής πολεοδομικής επιστήμης θα αγνοηθεί εντελώς. Το μόνο που θα γραφτεί αργότερα είναι η άστοχη ιδέα και υπερβολική πρόταση του Κλένζε προς τον Όθωνα, να χτιστούν τα ανάκτορα   πάνω στη Ακρόπολη. Ιδέα, που μπορεί σήμερα να μας φαίνεται εξοργιστική και εξωφρενική, αλλά ήταν απόλυτα λογική και διόλου πρωτότυπη εκείνη την εποχή όπου η λειτουργία του Ιερού χώρου της Ακροπόλεως ήταν εντελώς χρηστική και όχι σχετιζόμενη με την τωρινή αρχαιολογική και ανεκτίμητη αισθητική σημασία. Γεγονός είναι ότι ο Λουδοβίκος αντέδρασε στην ιδέα αυτή, στοχαζόμενος τις μελλοντικές συνέπειες και κατά κάποιον τρόπο “τράβηξε το αυτί” του Όθωνος και του Κλένζε ώστε να μην υλοποιηθεί.

–     Η μοιραία γυναίκα(la femme fatale)…ΛΟΛΑ ΜΟΝΤΕΖ

Λόλα Μοντέζ. Η γυναίκα που ερωτεύθηκε παράφορα o Λουδοβίκος ο Α΄.

Ο πατέρας του Βασιλέως Όθωνος αγαπούσε την καλή ζωή και αφού ήταν Βασιλεύς της Βαυαρίας, η καλοπέραση δεν του έλειψε. Εμεινε γνωστός ως θαυμαστής της τέχνης, των γραμμάτων και πάνω απ’ όλα, υπήρξε θαυμαστής των ωραίων γυναικών. Στις 12 Οκτωβρίου του 1810 παντρεύτηκε την Θηρεσία της Σαξωνίας-Χιλντμποργκάουσεν και οι γάμοι τους αποτέλεσαν την πρώτη γιορτή μπύρας, γνωστή ως Οκτόμπερφεστ. Απέκτησαν εννέα παιδιά και υπήρχε μεγάλη τρυφερότητα μεταξύ τους, αλλά ο βασιλεύς δεν σταμάτησε να κυνηγά τις ωραιότερες γυναίκες της Ευρώπης. Μάλιστα, η ματαιοδοξία του ήταν τέτοια, ώστε γέμισε μία αίθουσα του παλατιού με πορτραίτα των ερωμένων του και την ονόμασε «Πινακοθήκη της Ομορφιάς». Μία από αυτές τις γυναίκες ήταν η Τζέιν Ντίγκμπι, που έγινε και ερωμένη του γιου του, όσο ο Όθων βασίλευε στην Ελλάδα. Όμως, ο έρωτας της ζωής του ήταν άλλος. Η μοιραία γυναίκα που συνέτηνε στην καταστροφή του ονομαζόταν Λόλα Μόντεζ. Η «Πινακοθήκη της Ομορφιάς» Λόλα Μόντεζ. Η Λόλα Μόντεζ γεννήθηκε στην Ιρλανδία στις 17 Φεβρουαρίου του 1821 και το πραγματικό της όνομα ήταν Ελίζα Γκίλμπερτ. Ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός και λίγο καιρό μετά τη γέννηση της κόρης τους, η οικογένεια ταξίδεψε στην Ινδία. Δυστυχώς, ο πατέρας της αρρώστησε και πέθανε λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή τους, αφήνοντας την γυναίκα του χήρα. Η χήρα ήταν μόλις 18 ετών και εξαιρετικά γοητευτική. Έτσι, δεν δυσκολεύτηκε να βρει δεύτερο γαμπρό και παντρεύτηκε για δεύτερη φορά μετά από ένα χρόνο. Μετά από κάποια χρόνια, ο πατριός της Λόλας έκρινε ότι το μικρό κορίτσι είχε επηρεαστεί από την εξωτική κουλτούρα της Ινδίας και ξεχνούσε τα αυστηρά ήθη της Ευρώπης. Έτσι, την έστειλε σε συγγενείς του στη Σκωτία που θα της έδειχναν πώς να γίνει μία σοβαρή κοπέλα της βρετανικής κοινωνίας. Φυσικά δεν τα κατάφεραν. Η Λόλα αντιδρούσε και έφτασε στο σημείο να τρέξει γυμνή στο δρόμο.  Το 1837, όταν η έφηβη Λόλα είχε γίνει πια μία όμορφη, ονειροπόλα και φιλόδοξη 16χρονη, η μητέρα της επέστρεψε στην Αγγλία και ανακοίνωσε στην κόρη της ότι σχεδίαζε να την παντρέψει με έναν πλούσιο αλλά ηλικιωμένο άντρα. Η απάντηση της Λόλα ήταν αποστομωτική. Είπε όχι και το έσκασε. Κλέφτηκε με έναν θαυμαστή της μητέρας της, που την είχε ακολουθήσει από την Ινδία μέχρι την Αγγλία. Ήταν ένας υπαξιωματικός του στρατού. Η Λόλα φανταζόταν παθιασμένες νύχτες και ρομαντικές ημέρες, αλλά η πραγματικότητα αποδείχτηκε πολύ πιο πεζή. Ο Λοχίας Τόμας Τζέιμς έπινε, την παρενοχλούσε και αδιαφορούσε για τις επιθυμίες της. Τον ακολούθησε στην Ινδία, αλλά εκεί τον εγκατέλειψε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Στο πλοίο γνώρισε τον γοητευτικό εγγονό του Δούκα του Ρίτσμοντ και δοκίμασε για πρώτη φόρα το πάθος που ονειρευόταν. Όμως, σύντομα απογοητεύτηκε. Μετά από λίγες εβδομάδες, την άφησε για μία άλλη γυναίκα. Η Λόλα δεν το έβαλε κάτω. Ταξίδεψε στην Ισπανία, έμαθε να χορεύει φλαμένγκο και επέστρεψε στην Αγγλία με καινούρια ταυτότητα. Το νέο όνομά της ήταν Μαρία Ντολόρες ντε Πορίζ ι Μοντέζ, υποστήριζε ότι ήταν κόρη Ισπανών αριστοκρατών και ο εξωτικός χορός της «επιβεβαίωνε» την καταγωγή της και μάγευε το κοινό. Εμφανίστηκε σε νυχτερινά κέντρα του Λονδίνου, αλλά δυστυχώς την αναγνώρισαν οι φίλοι του πρώην εραστή της και η Λόλα αποφάσισε να φύγει για την Ευρώπη. Χόρεψε στη Δρέσδη, το Βερολίνο, τη Βαρσοβία. Η Λόλα δεν ήταν ιδιαίτερα καλή χορεύτρια, αλλά τολμούσε να εμφανίσει τα γυμνά της μέλη και κυρίως το πλούσιο στήθος της. Εκτός αυτού, ήταν εντυπωσιακά όμορφη, με κατάμαυρα μαλλιά και σκούρα, εξωτική επιδερμίδα. Όμως, ξεχώρισε λόγω της συμπεριφοράς της. Ήταν μια «αφέντρα», μια ντίβα που έδινε εντολές και αν οι άντρες δεν τις εκτελούσαν, τους χτυπούσε με το μαστίγιο για το άλογό της. Ορισμένοι άντρες τη μισούσαν και άλλοι τη λάτρευαν σαν Θεά.  Ένας από αυτούς ήταν και Λουδοβίκος ο Α’, βασιλεύς της Βαυαρίας και πατέρας του Όθωνος. Το 1846 την είδε να χορεύει στο Μόναχο(η  25χρονη γυναίκα εξόργισε τους συντηρητικούς θεατές ερμηνεύοντας τον «χορό της αράχνης»: σήκωνε τη μία μετά την άλλη τις φούστες που φορούσε σαν να έψαχνε για αράχνες. Μετά πέταγε διαδοχικά τις φούστες της παριστάνοντας ότι σκοτώνει τα ενοχλητικά έντομα μέχρι που απέμεινε μόνον μ’ έναν στενό κορσέ που κατέληγε στους γοφούς της) και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Η Λόλα ήταν 25 χρονών και ο Λουδοβίκος 60, αλλά η διαφορά στην ηλικία δεν την ενόχλησε καθόλου. Ο βασιλεύς είχε μαγευτεί και βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο της ερωμένης του. Ξόδευε τεράστια ποσά για να της αγοράσει ρούχα, κοσμήματα, ακόμα και ένα σπίτι, ενώ αντίθετα αρνούνταν να κάνει δώρα στη γυναίκα του. Η Λόλα εμφανιζόταν στην όπερα, όπου είχε δικό της μπαλκόνι, με διαμάντια και ρουμπίνια, ενώ η βασίλισσα φορούσε ξεπερασμένα ρούχα, που δεν ακολουθούσαν τη μόδα. Τον έκανε σκλάβο της… Στις επιστολές του ο Λουδοβίκος έδειχνε μια δουλοπρέπεια που δεν ταιριάζει σε ένα βασιέα. Ζητούσε άδεια για να της φιλήσει τα πόδια και φορούσε τα ρούχα της για να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού της. Της έδινε ό,τι του ζητούσε, ακόμα και τίτλους ευγενείας. Για να καταφέρει να της δώσει τον τίτλο της «Κόμισσας του Λάντσφιλντ», ήρθε σε ρήξη με τους συμβούλους του. Οι Ευρωπαίοι βασιλείς του 19ου αιώνα δεν ασκούσαν την ίδια εξουσία, όπως παλαιότερα. Οι αποφάσεις τους πλέον έπρεπε να εγκριθούν από πλήθος συμβούλων και πολιτικών, οι οποίοι δεν συμπαθούσαν καθόλου τη φιλόδοξη ερωμένη του βασιλέως. Η Λόλα προκάλεσε το μίσος και του απλού λαού με την αγενή συμπεριφορά της, τις δημόσιες προσβολές προς τη βασίλισσα και την απληστία της. Όταν περπατούσε στο δρόμο, πολλοί την έβριζαν ή την έφτυναν και η Λόλα αντιδρούσε με αγριότητα. Συγκέντρωσε γύρω της μια ομάδα όμορφων νεαρών αντρών μελών μιας αδελφότητος ξιφομάχων που φοιτούσαν στο πανεπιστήμιο και τους ανέθεσε να την προστατεύουν από τέτοιες επιθέσεις. Οι νεαροί άντρες, που κάποιοι ήταν και εραστές της, φορούσαν κόκκινα καπέλα, για να ξεχωρίζουν απ’ τους υπολοίπους. Όμως γρήγορα άρχισαν να συγκρούονται με συμφοιτητές τους, οι οποίοι αρνούνταν να βρίσκονται στον ίδιο χώρο με τους θαυμαστές της Λόλα Μόντεζ. Οι συγκρούσεις εντείνονταν και ο Λουδοβίκος αποφάσισε να κλείσει το πανεπιστήμιο για ένα εξάμηνο, μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Η απόφαση δεν ευχαρίστησε τους φοιτητές, που εξεγέρθηκαν εναντίον του βασιλιά και της ερωμένης του. Όταν εμφανίστηκε η Λόλα, την κυνήγησαν μέχρι που κρύφτηκε σε ένα κοντινό μαγαζί. Περισσότεροι από 2 χιλιάδες φοιτητές απαίτησαν να ανοίξει το πανεπιστήμιο, αλλά ο βασιλιάς αρνήθηκε. Οι ταραχές πολλαπλασιάστηκαν και όλοι οι σύμβουλοι του βασιλιά παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο όχλος συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι της Μόντεζ και την ανάγκασαν να φύγει από τη χώρα μες στη νύχτα. Ο πανικός ήταν τέτοιος που δεν πρόλαβε να πάρει μαζί της κανένα απ’ τα κοσμήματα που της είχε δωρίσει ο βασιλεύς. Λίγες μέρες αργότερα, μεταμφιέστηκε σε άντρα και επέστρεψε κρυφά στο Μόναχο για να ζητήσει χρήματα απ’ τον Λουδοβίκο. Ο βασιλεύς ήταν ακόμα ερωτευμένος και πραγματοποίησε κάθε επιθυμία της. Μάλιστα, παραιτήθηκε απ’ το θρόνο στις 20 Μαρτίου του 1848 για να την ακολουθήσει. Αλλά ο λαός έμαθε τι συνέβαινε και εξεγέρθηκε εκ νέου, φοβούμενος ότι ο βασιλιάς θα έφευγε με χρήματα του κράτους για να τα δώσει στην ερωμένη του. Τα πλήθη ηρέμησαν μόνο όταν η Λόλα έφυγε οριστικά από το Μόναχο και τον βασιλέα διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του, Λουδοβίκος Β’. Ο έρωτας του Λουδοβίκου δεν εξασθένησε ποτέ, ακόμα και όταν έμαθε ότι η αγαπημένη του Λόλα τον απατούσε με δεκάδες άντρες. Έγραφε ποιήματα για εκείνην μέχρι και το θάνατό του τον Φεβρουάριο του 1868. Το τέλος της Λόλα Μόντεζ. Η ζωή της Λόλα Μόντεζ ήταν σύντομη, αλλά ήταν εξαιρετικά περιπετειώδης. Αφού αναστάτωσε ένα σημαντικό βασίλειο της Ευρώπης, παντρεύτηκε έναν νεαρό στρατιώτη στη Γαλλία. Δεν είχε πάρει ποτέ διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, και όταν έγινε γνωστό εκδιώχθηκε από την Γαλλία ως δίγαμη. Ταξίδεψε στην Αμερική όπου παντρεύτηκε πάλι, αλλά και αυτός ο γάμος είχε άσχημη κατάληξη. Έκανε σόου στις Η.Π.Α. και την Αυστραλία, μέχρι που αποφάσισε να αλλάξει τελείως τρόπο ζωής. Αφοσιώθηκε στις αγαθοεργίες και ταξίδεψε στις Η.Π.Α, δίνοντας ομιλίες για τον καλλωπισμό των γυναικών, τη σωστή συμπεριφορά και την απελευθέρωσή τους. Αρρώστησε βαριά με πνευμονία, και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου  1861. Ήταν μόλις 39 ετών.

Κλ.Κ.

(από το διαδίκτυο τροποποιημένο)