Αντόλφ Σαξ

  • Βέλγος μουσικός και κατασκευαστής μουσικών οργάνων. Πιο γνωστή εφεύρεσή του το σαξόφωνο, το πνευστό όργανο, που δοξάστηκε τον 20ο αιώνα μέσα από την τζαζ.
    Πηγή: © SanSimera.gr

Ο Αντουάν-Ζοζέφ Σαξ (Antoine-Joseph Sax) γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου στο Ντινάν του Βελγίου, από οικογένεια οργανοποιών. Μικρό τον φώναζαν Αντόλφ, όνομα με το οποίο έγινε γνωστός και τον ακολούθησε ως το τέλος της ζωής του.

Έμαθε φλάουτο και κλαρινέτο και από νεαρή ηλικία άρχισε να δουλεύει στο εργαστήριο του πατέρα του Σαρλ – Ζοζέφ Σαξ (1791-1865), που είχε συμβάλει στην εξέλιξη του κόρνου. Το 1838 συνέβαλε στη βελτίωση του μπάσου κλαρινέτου και κατοχύρωσε την πρώτη του πατέντα.

Το 1841 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συνέχισε τους πειραματισμούς του στη δημιουργία νέων οργάνων, οι οποίοι σύντομα τον οδήγησαν στην κατασκευή ενός πνευστού οργάνου, που συνδύαζε τα χαρακτηριστικά των πνευστών με μονό καλάμι (κλαρινέτο) και των χάλκινων οργάνων με κλειδιά, όπως η οφικλείδα. Κατοχύρωσε την εφεύρεση του στις 28 Ιουνίου 1846 και την ονόμασε Saxophone, από το επίθετό του και την ελληνική λέξη φωνή.

Το νέο όργανο δεν έγινε αποδεκτό από τη μουσική κοινότητα της εποχής του. Γι’ αυτό και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συμμετείχε στις μεγάλες ορχήστρες, παρά μόνο στις στρατιωτικές μπάντες. Κι αυτό, παρά τη συμπάθεια που του είχε δείξει ο εμπνευσμένος συνθέτης Εκτόρ Μπερλιόζ.

Ωστόσο, η εξέλιξη του σαξοφώνου από τον Αδόλφο Σαξ τού απέφερε τελικά την πολυπόθητη αναγνώριση, η οποία με τη σειρά της του χάρισε μία θέση στο Ωδείο του Παρισιού το 1857. Το σαξόφωνο απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στις ΗΠΑ και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από χορευτικές ορχήστρες και πρωταγωνίστησε ως σολιστικό όργανο στην ανάπτυξη του σουίνγκ και των κατοπινών στυλ της τζαζ.

Εκτός από το σαξόφωνο, ο Σαξ δημιούργησε κι άλλα όργανα, που δεν είχαν απήχηση, όπως το σαξοκέρας (πρόδρομος του ευφώνιου), η σαξοτούμπα και η σαξοτρόμπα. Επίσης, ανακάλυψε ότι ο μόνος συντελεστής που καθορίζει το παραγόμενο ηχόχρωμα ενός πνευστού οργάνου είναι οι διαστάσεις που δίνονται στον ηχητικό σωλήνα μέσα στον οποίο δονείται η στήλη αέρα.

Ο Αντόλφ Σαξ πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 1894, σε ηλικία 79 ετών.

Το σαξόφωνο είναι το νεώτερο από τα πνευστά όργανα, αφού ανακαλύφθηκε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1840 από τον βέλγο οργανοποιό Αντόλφ Σαξ (1814-1894), από τον οποίο έλαβε το πρώτο συνθετικό του ονόματος του. Το δεύτερο συνθετικό προέρχεται από την ελληνική λέξη «φωνή». Ο Σαξ κατοχύρωσε την εφεύρεσή του στις 28 Ιουνίου του 1846.

Το σαξόφωνο, αν και κατασκευασμένο από ορείχαλκο, υπάγεται στα λεγόμενα ξύλινα όργανα της ορχήστρας, αφού ο τρόπος παιξίματός του μοιάζει αρκετά με του κλαρινέτου. Μάλιστα, πολλοί κλαρινετίστες παίζουν και σαξόφωνο. Το σαξόφωνο αποτελείται από ένα κωνικό σωλήνα, με γυριστή την καμπάνα προς τα επάνω (μόνο το σοπράνο σαξόφωνο είναι σε ευθεία γραμμή), έχει 24 οπές με κλειδιά και κινητό επιστόμιο, όπως του κλαρινέτου. Υπάρχουν 7 είδη σαξόφωνου εν χρήσει, ανάλογα με τον τονισμό τους: σοπρανίνο, σοπράνο, άλτο, τενόρο, βαρύτονο, μπάσο και κοντραμπάσο.

Στην αρχή, το σαξόφωνο χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τις στρατιωτικές μπάντες, ενώ οι συνθέτες της ρομαντικής περιόδου της μουσικής σχεδόν το αγνόησαν, παρότι είναι ένα ευέλικτο όργανο, που γεφυρώνει τα ηχοχρώματα των χάλκινων και ξύλινων πνευστών. Γι’ αυτό τον λόγο δεν κατάφερε να μονιμοποιηθεί στη συμφωνική ορχήστρα. Μόνο κάποιοι Γάλλοι συνθέτες, όπως οι Ραβέλ, Μπιζέ, Σεν Σανς και Μπερλιόζ εκτίμησαν τις δυνατότητες και το ενέταξαν στη μουσική τους παλέτα.

Το σαξόφωνο έκανε κυριολεκτικά την τύχη του στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τον 20ο αιώνα, όταν έγινε συνώνυμο της τζαζ. Ανέδειξε σπουδαίους σολίστες, όπως οι Κόλμαν Χόκινς, Τσάρλι Πάρκερ, Λέστερ Γιανγκ, Τζον Κολτρέιν και Σόνι Ρόλινς. Η επιτυχία αυτή του σαξόφωνου άλλαξε τη διάθεση πολλών συνθετών απέναντί του και η εργογραφία του οργάνου άρχισε να εμπλουτίζεται με ταχύτατους ρυθμούς.

Έργα για «κλασικό» σαξόφωνο

  • «Κοντσέρτο για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα εγχόρδων» του Ρώσου συνθέτη Αλεξάντερ Γκλαζούνωφ (1865-1936). Πολλοί το θεωρούν ως το κορυφαίο έργο που γράφτηκε για σαξόφωνο, καθώς αναδεικνύει πλήρως τις δυνατότητες του οργάνου.
  • «Κοντσέρτο Δωματίου για άλτο σαξόφωνο και 11 όργανα» του Γάλλου συνθέτη Ζακ Ιμπέρ (1890-1962).
  • «Σκαραμούς – Σουίτα για σαξόφωνο και ορχήστρα» του Γάλλου συνθέτη Νταριούς Μιγιό (1892-1974).
  • «Αραβική Ραψωδία για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα» του Κλοντ Ντεμπισί (1862-1918).
  • «Κοντσέρτο για σαξόφωνο» του Αμερικανού συνθέτη Φίλιπ Γκλας (γ. 1937).
  • «Μπαλάντα για σαξόφωνο και ορχήστρα» του Ελβετού συνθέτη Φρανκ Μάρτιν (1890-1974).
  • «Μπαλάντα για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα» του Γάλλου συνθέτη Ανρί Τομαζί (1901-1971).
  • «Φαντασία για σοπράνο σαξόφωνο, τρία κόρνα και ορχήστρα» του βραζιλιάνου συνθέτη Εϊτόρ Βίλα Λόμπος (1887-1959).

Αξιόλογα έργα για σαξόφωνο έχουν γράψει και σύγχρονοι Έλληνες συνθέτες, όπως οι:

  • Δημήτρης Δραγατάκης (1914-2001): «Μπαλάντα για σαξόφωνο και έγχορδα».
  • Ιάννης Ξενάκης (1922-2001): «XAS για κουαρτέτο σαξοφώνων». Το XAS είναι αναγραμματισμός του «Sax(ophone)».
  • Αικατερίνη Καραμεσίνη (γ. 1967): «Το Τραγούδι του Διόνυσου: Κοντσέρτο για σαξόφωνο και ορχήστρα».
  • Θεόδωρος Αντωνίου (γ. 1935): «Κοντσέρτο Πίκολο για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα».
  • Μηνάς Αλεξιάδης (γ. 1960): «Φρυγική Λιτανεία για σοπράνο σαξόφωνο και ορχήστρα».
  • Βασίλης Τενίδης (γ.1936): «Ποντιακή Ραψωδία για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα».

Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα έχουν γραφτεί για τον «κλασικό» σαξοφωνίστα Θεόδωρο Κερκέζο (γ. 1962), που θεωρείται από τα μεγαλύτερα ονόματα του οργάνου παγκοσμίως.