ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 714/2017

Γ  Ν  Ω  Μ  Ο  Δ  Ο  Τ  Η  Σ  Η

Τέθηκε υπόψη μου η υπ΄αριθμ. 714/2017 απόφαση του Μονομελούς

Πρωτοδικείου Αθηνών (ασφ. μ.) και μου ζητήθηκε να γνωμοδοτήσω επ΄αυτής
ως προς  τα νομικά ζητήματα που εξετάζονται με αυτήν.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ

1.Η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

κατά τη Διαδικασία των Ασφαλιστικών μέτρων επί αιτήσεως του Λεωνίδα
Κασσιάπη μέλους της Σ.΄.Στ.΄, «ΑΤΤΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ», με την οποία  είχε ζητήσει να
ανασταλεί προσωρινώς η εκτέλεση της από 12-09-2016  (αριθμ.πρωτ. 70051),
ανυπόστατης άλλως απολύτως άκυρης κατ’ αρ. 180 ΑΚ, όπως είχε προβάλλει,
απόφασης του  Πειθαρχικού Τμήματος της Μεγάλης  Στοάς της Ελλάδος, με
την οποία έχει επιβληθεί σ΄αυτόν η πειθαρχική κύρωση της οριστικής
αποβολής (“οκταετούς αποκλεισμού του και η στέρηση των τεκτονικών του
δικαιωμάτων”), τούτο, μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί αγωγής που
έχει ασκήσει και εκκρεμεί εισέτι.

2.Με την ανωτέρω απόφαση το δικάσαν δικαστήριο  απέρριψε την  αίτηση ως

μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας
ζητείται η αναστολή εκτέλεσης είναι ανυπόστατη και όχι άκυρη ή ακυρώσιμη
όπως απαιτείται για να χορηγηθεί αναστολή.
Επί των ανωτέρω τεθέντων με την ως άνω δικαστική απόφαση νομικών
ζητημάτων γνωμοδοτώ ως εξής:

Κατά γενική αρχή του  δικαίου, κρατούσα, τόσο στο Αστικό όσο και το

Διοικητικό Δίκαιο οι εκδιδόμενες δικαστικές αποφάσεις είτε επί
ασφαλιστικών μέτρων, κατά την Πολιτική Δικονομία είτε επί  προσωρινής
δικαστικής προστασίας, κατά την Διοικητική Δικονομία (Διοικητικά
Δικαστήρια και Συμβούλιο της Επικρατείας) παρέχουν “προσωρινή δικαστική

προστασία” στον αιτούντα. Εξάλλου, για την παροχή της εν λόγω προστασίας

αρκεί απλή “πιθανολόγηση των προβαλλομένων λόγων και ισχυρισμών” από
τον αιτούντα. Τέλος, οι εκδιδόμενες από τα Δικαστήρια αποφάσεις είναι είτε

θετικές δηλαδή δέχονται ως βάσιμους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και

παρέχουν προσωρινή δικαστική προστασία (αναστολή εκτέλεσης απόφασης)
είτε αρνητικές (απορριπτικές) μεν του αιτήματος, λόγω π.χ. ανυποστάτου της

προσβαλλόμενης πράξης, αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου κ.λ.π. Στην

τελευταία όμως περίπτωση είναι  δυνατόν στην απόφαση να περιέχονται
κ ρ ί σ ε ι ς τ ο υ Δ ι κ α σ τ η ρ ί ο υ   α φ ο ρ ώσ ε ς “νομικά” γεγονότα. Σ τ ην
 προκείμενη περίπτωση της υπ΄αριθμ. 714/2017 απόφασης του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, περιέχεται  κρίση του Δικαστηρίου ότι η αίτηση
αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση, είναι όμως “μη
νόμιμη” καθόσον δεν μπορεί να ζητηθεί αναστολή ανυπόστατης απόφασης.

Περαιτέρω δε από το αιτιολογικό προκύπτει ότι το Δικαστήριο στην κρίση του

αυτή ήχθη, αφού  δέχθηκε ότι ο αιτών δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την
άσκηση της αίτησης αναστολής, καθώς δεν είναι μέλος της Μ.΄.Σ.΄.Τ.΄.Ε.΄.το
Πειθαρχικό Τμήμα της επέβαλε σ΄αυτόν ως πειθαρχικό όργανο την
αναφερόμενη κύρωση (ποινή), και περαιτέρω σε παρένθεση  κρίση “ότι την
καθής (δηλαδή την Μ.΄.Σ.΄.Τ.΄.Ε.΄.) απαρτίζουν οι υπό την αιγίδα αυτής
κανονικώς λειτουργούσες στοές” και ότι νομιμοποιείται ενεργητικά τόσο για
την ακύρωση όσο και την άσκηση της αίτησης αναστολής μόνον η Στοά
 (Αττικός Αστήρ) στην οποία αυτός ανήκει. Η κρίση αυτή που αποτελεί
“επάλληλη αιτιολογία”  ε ί ν α ι οριστική καθόσον  δεν είναι αποτέλεσμα
 “πιθανολόγησης” αλλά έρευνας των εγγράφων της δικογραφίας (όπως
προκύπτει), ακολουθεί όλες τις σχετικές υποθέσεις. Στην “ανυπαρξία
συνδέσμου” μεταξύ φυσικών προσώπων (τεκτόνων), και συνεπώς της
ανυπαρξίας ιδιότητος του “μέλους” αυτών με την Μεγάλη Στοά της Ελλάδος,

είχε οδηγηθεί και έτερη πρόσφατη απόφαση του αυτού Δικαστηρίου

(7474/2016 ασφ.μ.). Οι δικαστικές αποφάσεις είναι σαφείς: οι τέκτονες είναι 
μέλη Στοών και τρίτοι ως προς τη Μεγάλη Στοά, ενώ κατά πάγια νομολογία
τυχόν επιβολή ποινής επί τρίτου είναι πράξη μόνο κατά το φαινόμενον,
δηλαδή ανυπόστατη, απολύτως άκυρη και δεν παράγει έννομα
αποτελέσματα.
3.Συμπέρασμα:

I. Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος κατά την εξενεχθείσα νομική κρίση του

Δικαστηρίου, δεν έχει Μέλη φυσικά πρόσωπα παρά μόνον Στοές
λειτουργούσες υπό την αιγίδα της. Μέλη φυσικά πρόσωπα έχουν
μόνον οι Στοές επί των οποίων, όπως και για τη Μεγάλη Στοά της
Ελλάδος, εφαρμόζονται οι διατάξεις “περί σωματείων”, αφού οι
ενώσεις φυσικών προσώπων και οι ενώσεις πλειόνων ενώσεων
προσώπων εξομοιώνονται πλήρως με τα σωματεία (Σύνταγμα της
Ελλάδος άρθρο 12 παρ.1, ΜονΠρΑθ 714/2017 ασφ.μ., 7474/2016
ασφ.μ., ΜΠρΑθ 10761/2013, ΕφΑθ 5886/2013, ΑΠ 1339/2014, ΑΠ
1177/2009, Ορφανουδάκης, « Η ελευθερία της συνένωσης», σελ. 109,
Σβώλος-Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Ι Α’ τ. Β’ , σελ. 280, Πρακτικά
Ολομελείας Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής, σελ. 453).

II. Η  απόφαση του Πειθαρχικού Τμήματος της Μ.΄.Σ.΄.Τ.΄.Ε.΄. περί

επιβολής πειθαρχικής ποινής στον εν λόγω αδ.΄. είναι ανυπόστατη,
δηλαδή εξυπαρχής απολύτως άκυρη και ως τέτοια δεν είναι δεκτική
αναστολής και περαιτέρω ΟΥΔΕΝ  παρήγαγε από της εκδόσεώς της
νομικό αποτέλεσμα, αφού θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΚ 180). ΄Ετσι , δεν
απαιτείται και ακύρωση αυτής, αφού δε νοείται ακύρωση
ανυπόστατης  εφ ω και  εξ΄υπαρχής ανύπαρκτης απόφασης του
Πειθαρχικού Τμήματος της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος που εξέδωσε
την ως άνω απόφαση και η τελευταία είναι υποχρεωμένη να  προβεί

σε δήλωση παραδοχής του ανυποστάτου αυτής. Στην ίδια δήλωση θα

πρέπει να προβεί και   για όσες ακόμη (ανυπόστατες) αποφάσεις έχουν
εκδοθεί από την ίδια κατά την ίδια διαδικασία και αφορούν επιβολή
πειθαρχικών ποινών σε βάρος αδελφών, μελών Στοών, τούτο,
αδιαφόρως αν αυτοί έχουν ασκήσει ένδικα βοηθήματα ή όχι.

III. Τέλος, ούτε ανάκληση της δικαστικής αυτής απόφασης 

επιτρέπεται. Αντιθέτως λόγοι ν ο μ ι μ ό τ η- τας και τ ε κ τ ο ν ι κ ή ς
κανονικότητας επιβάλλουν την άμεση  συμμόρφωση της Μεγάλης
Στοάς της Ελλάδος προς τις οριστικές «νομικές κρίσεις» της ανωτέρω
δικαστικής απόφασης, παρέπεται δε ότι ακολουθούν και άλλου
βαθμού δικαστικές κρίσεις.
           Σπυρίδων Α. Παραμυθιώτης
           Σύμβουλος  Επικρατείας ε.τ.