Σκωτικό Δόγμα ή Σκωτικός Τύπος

Σε όλα τα Τυπικά και στα Συντάγματα όπως και τους Γενικούς Κανονισμούς της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος και του Υπάτου Συμβουλίου του 33ου και τελευταίου βαθμού δια την Ελλάδα, αναφέρεται  οτι αυτές οι δύο Αρχές του Ελληνικού Τεκτονισμού ακολουθούν τον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό τύπο.
Αλλά και κατά το κλείσιμο των Συμβ:. Στοών αναφέρεται κατά το Τυπικό υπό του Σεβασμίου ότι αυτές ακολουθούν τον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο. Παλαιότερα όμως η ονομασία ήταν διαφορετική..

Η αρχική ονομασία » Αρχαίον και Αποδεδεγμένον Σκωτικόν Δόγμα» που ονομαζόταν προ του 1949 αντικατεστάθη υπο του «Αρχαίος και Αποδεδεγμένος Σκωτικός Τύπος» και ισχύει μέχρι σήμερα. Προς αποφυγήν παρερμηνειών και παρεξηγήσεων όσον αφορά στην έννοια του Δόγματος εννοούσαν την σημασία θεμελιώδους αρχής άνευ αμφισβητήσεως, ενώ όμως ο Τεκτονισμός στο τυπικό του Α Βαθμού αναφέρεται,» είναι εταιρεία προοδευτική ουδέν θέτουσα όριον εν τη αναζητήσει της αληθείας». [1]

(Δόγμα στη φιλοσοφία είναι η άποψη η οποία, για εκείνον που την ασπάζεται, δεν επιδέχεται απόδειξη και επομένως, υπό μία έννοια, δεν επιδέχεται και αμφισβήτηση, σε αντιδιαστολή με αυτό που ονομάζεται αντικειμενική πραγματικότητα. Αντικείμενο προβληματισμού αποτελεί η ύπαρξη αλλά και η σαφήνεια μίας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ δόγματος και αντικειμενικής πραγματικότητας.)

Αλλά ανεξαρτήτως τούτου, η απόδοση του στην Ελληνική για τα Τεκτονικά συστήματα του χρησιμοποιουμένου όρου Ritus  και Rite με την λέξη Δόγμα δεν είναι και γλωσσολογικώς ορθή. Διότι η λατινική λέξη Ritus σημαίνει τελετουργία διεξαγομένη επι τη βάσει μιας καθορισμένης και αυστηρώς τηρουμένης σειράς και τάξεως λόγων και πράξεων. Ακριβώς τούτο γίνεται στις  τεκτονικές Εργασίες στη Στοά οι οποίες και δεν διεξέγονται αυθεραίτως αλλά επι τη βάσει του Τυπικού αυστηρώς τηρουμένου και αποτελούντος την ιδιαίτερη μορφή , τον ιδιαίτερο τύπο θα λέγαμε των τεκτονικών εργασιών. Το Τυπικό όμως καλείται εις σε άλλες γλώσσες= RITUAL. Αφού λοιπόν τη λέξη Ritual αποδώσαμε στην Ελληνικήν με τη λέξη Τυπικό, θα ήταν ορθό να αποδώσουμε και την αντίστοιχη λέξη Ritus με την λέξη Τύπος η οποία και αποδίδει την έννοια  της λέξεως Ritus ακριβέστερα απο τη λέξη Δόγμα η οποία σημαίνει σταθερώς καθωρισμένην θρησκευτικήν ή φιλοσοφικήν άποψη η οποία και απαραιτήτως ίσχύει και δέον να γίνεται άνευ αμφισβητήσεως και έρευνας.

Αλλά ακόμα και ο συχνά χρησιμοποιούμενος όρος Σύστημα ασφαλώς είναι προτιμητέος του Δόγματος.

 

[1]

I) ΟΡΙΣΜΟΣ

Η λέξη »δόγμα» προέρχεται από το ρήμα »δοκέω-ώ» (έχω τη γνώμη, νομίζω, κρίνω καλό) και σημαίνει απόφαση, επίσημη και αυθεντική γνώμη. Στη Θεολογία δόγματα είναι οι αλήθειες της πίστεως που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και αναπτύσσονται μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος.

Υπό την έννοια αυτή δόγματα είναι
α) όλες οι αλήθειες που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και αναπτύσσονται μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας και
β) οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων που αναφέρονται σε θέματα πίστεως.

II) Ο όρος δόγμα σημαίνει «γνώμη, φρόνημα», ενώ στην αρχαιότητα σήμαινε επίσης «απόφαση, κρίση», «έννοια» και «εντολή, διαταγή». Είναι δυνατόν να αφορά μια θεμελιώδη αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος ή να περιγράφει το σύνολο των δοξασιών μιας θρησκευτικής πίστης, το οποίο οι οπαδοί της αποδέχονται ως αληθινό και αναμφισβήτητο. Στην πολιτική, περιγράφει τη θεμελιώδη καταστατική αρχή ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης. Στον εκκλησιαστικό χώρο, δόγμα είναι η απόφαση που λαμβάνεται σε θέματα πίστης και η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή από το σύνολο των πιστών. Στην αρχαιότητα, ο όρος περιέγραφε τη νομοθετική απόφαση τής ρωμαϊκής συγκλήτου, τις εντολές τού ιουδαϊκού νόμου και μεταγενέστερα τις αποφάσεις της ιεράς συνόδου.

III) Επίσης: Δόγμα είναι ό,τι πιστεύει η εκκλησιαστική κοινότητα ως σωστική (=υπαρκτική) αλήθεια για κάθε άνθρωπο και αξιώνει από τα μέλη της να το δεχθούν βιωματικά ως αυθεντικό λόγω των ειδικών σχέσεων στις οποίες τοποθετούνται μεταξύ των και έναντι του κόσμου και τού Θεού, ενώ «κήρυγμα» είναι ό,τι απευθύνεται δημόσια προς κάθε άνθρωπο προκειμένου να γίνει μέλος της Εκκλησίας και μόνο τότε (ως μέλος της Εκκλησίας) να τα ομολογήσει βιώνοντάς τα πλέον ως δόγματα.

IV) δόγμα το [δóγma] Ο48 :
1. θεμελιώδης αρχή που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή σε κριτική και που γίνεται υποχρεωτικά δεκτή.
α. (θεολ.) οι εξ αποκαλύψεως αλήθειες στις οποίες στηρίζεται η πίστη. || (ειδικότ.) καθένα από τα άρθρα της χριστιανικής διδασκαλίας, όπως διατυπώθηκαν στις οικουμενικές συνόδους: Tο ~ της Aγίας Tριάδος. || Aνατολικό / δυτικό ~, το σύνολο των δογμάτων της ανατολικής ορθόδοξης ή της δυτικής εκκλησίας και η πίστη σ΄ αυτά: Aνήκει στο ~ των Διαμαρτυρομένων.
β. (φιλοσ.) αξίωμα που δεν υπόκειται σε επιστημονικό έλεγχο: Tα δόγματα των Στωικών.
γ. (μειωτ.) άποψη, ισχυρισμός του οποίου η ορθότητα και η αλήθεια δεν μπορεί να αποδειχθεί και στον οποίο μένει κάποιος πεισματικά προσηλωμένος.

2α. βασική κατευθυντήρια γραμμή που διατυπώνεται και εξαγγέλλεται από μια πολιτική ή στρατιωτική προσωπικότητα και που εφαρμόζεται από ένα κράτος, κόμμα κτλ.: Tο ~ Tρούμαν, για την οικονομική υποστήριξη ξένων κρατών. Tο ~ Mονρόε. Aμυντικό ~.
β. βασική αρχή που ακολουθεί κάποιος στην ατομική του ζωή και την οποία δεν παραβαίνει σε καμιά περίπτωση: Tο έχει ως ~ στη ζωή του, να μη φανατίζεται.

 

Βιβλιογραφία:
Μηνάς Λογοθέτης – Ο Αρχαίος και Αποδεδεγμένος Σκωτικός Τύπος
http://oodegr.com/
https://el.pons.com
https://el.glosbe.com
http://www.greek-language.gr/
https://el.wikipedia.org
http://users.sch.gr

webmaster@srgreece.gr