Αντιφών

Αντιφών ο Ραμνούσιος, 470-410 π.Χ., Αρχαίος Αθηναίος πολιτικός

Μαθητής του Γοργία που διαπνέονταν από ολιγαρχικά ιδεώδη.
Ήταν ο πρώτος από τους Αττικούς ρήτορες που προσάρμοσε το ρητορικό λόγο για χρήση σε δικαστικούς αγώνες και ο πρώτος που κατέγραψε τους λόγους του, επειδή είχε συνειδητοποιήσει ότι ο έντεχνος ρητορικός λόγος, εκτός από την πρόσκαιρη συμβολή του στην εξέλιξη μιας δίκης, μπορούσε να είναι ένα λογοτεχνικό έργο με πνευματική αυτοτέλεια και διάρκεια.
Έγραψε τους δικανικούς λόγους: «Περί του Ηρώδου φόνου», «Περί του χορευτού» και «Περί φαρμακείας κατά της μητρυίας».

Νόημα ή μέτρον τον χρόνον, ουχ υπόστασιν.
(Ο χρόνος είναι επινόηση ή τρόπος μέτρησης και δεν υπάρχει πραγματικά.)

Ο πρώτος που αμφισβήτησε τους θεσμούς της πολιτείας ήταν ο Αντιφών ο Αθηναίος

Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., ο σοφιστής αυτός διατύπωσε δύο «αδιανόητες» για τότε απόψεις:
α) όλοι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους όμοιοι,
β) οι νόμοι της πολιτείας είναι αυθαίρετοι κανονισμοί.

Για τον Αντιφώντα οι νόμοι της πολιτείας είναι αμοιβαίες συμφωνίες ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά και επίκτητοι. Απέναντί τους στέκονται, σαφώς ανώτεροι, οι νόμοι της φύσης, που υπαγορεύονται από την ανάγκη. Η φύση, περισσότερο από τον νόμο, βρίσκεται κοντά στην αλήθεια και σ’ αυτήν οδηγεί τον άνθρωπο με αρωγό τον ορθό λόγο. Προχωρώντας ακόμη πιο πέρα, ο Αντιφών ταυτίζει τον νόμο με τον ανθρώπινο πολιτισμό, τον οποίο επίσης απορρίπτει. Διότι ο πολιτισμός αντιτίθεται στην ισότητα που υπαγορεύει η φύση και παραβιάζει τη φυσική δικαιοσύνη, αφού χαρακτηρίζεται από εθνικές και κοινωνικές διακρίσεις. Από αυτή την άποψη, οι πρωτόγονες φυλές, κατά τον Αντιφώντα, βρίσκονται πιο κοντά στην ευτυχία απ’ ό,τι οι πολιτισμένοι λαοί. Μόνο η φύση και ο πρωτογονισμός, βέβαια, δεν αρκούν, για να εξασφαλίσουν στους ανθρώπους έναν τρόπο ζωής ομαλό και εποικοδομητικό. Προϋποθέσεις απαραίτητες που ορίζει ο Αντιφών είναι η ομόνοια ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας, δηλαδή η σύμπνοια αντιλήψεων, και η παιδεία. Σχετικά με τη σημασία της τελευταίας στην εξέλιξη του ανθρώπου, ο Αντιφών χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς τη φύση: όπως και η ποιότητα του σπόρου που φυτεύεται καθορίζει την ανάπτυξη του φυτού και το θωρακίζει απέναντι στη βροχή ή στην αμβροσία, όμοια και το είδος της παιδείας επιδρά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και δημιουργεί στον άνθρωπο ισχυρές εσωτερικές αντιστάσεις απέναντι σε εξωτερικούς αλλοτριωτικούς παράγοντες.

….

Ένα σχετικά εκτενές απόσπασμα προέρχεται από το έργο που έφερε τον τίτλο Ἀλήθεια (η συγγραφή του πρέπει να τοποθετηθεί πριν από το 423 π.Χ.).

Το έργο απαρτιζόταν από δύο βιβλία: το πρώτο πραγματευόταν ζητήματα γνωσιοθεωρητικά (μεταξύ άλλων προτεινόταν λύση για το μαθηματικό πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου), ενώ στο δεύτερο θίγονταν ζητήματα κοσμολογικά και ανθρωπολογικά. Θεμελιώδους σημασίας ήταν για τη συζήτηση των ανθρωπολογικών ζητημάτων η χαρακτηριστική για τη σοφιστική σκέψη αντίθεση νόμου-φύσης, η οποία σχετιζόταν με το ερώτημα αν οι κανόνες της κοινωνικής ζωής έχουν θεσπιστεί συμβατικά ή υπάρχουν εκ φύσεως, όπως επίσης αν έχουν απόλυτο ή σχετικό χαρακτήρα.

[1] δικαιοσύνη ‹οὖν› τὰ τῆς πό‹λεω›ς νόμιμα, ‹ἐν› ᾗ ἂν πολιτεύηταί τις, μὴ ‹παρ›αβαίνειν. χρῷτ᾽ ἂν οὖν ἄνθρωπος μάλιστα ἑαυτῷ ξυμφερόντως δικαιοσύνῃ, εἰ μετὰ μὲν μαρτύρων τοὺς νόμους μεγά‹λο›υς ἄγοι, μονούμενος δὲ μαρτύρων τὰ τῆς φύσεως· τὰ μὲν γὰρ τῶν νόμων ‹ἐπίθ›ετα, τὰ δὲ ‹τῆς› φύσεως ἀ‹ναγ›καῖα· καὶ τὰ ‹μὲν› τῶν νό‹μων› ὁμολογηθ‹έντ›α οὐ φύν‹τ᾽ ἐστί›ν, τὰ δὲ τῆς φύσεως φύν‹τα οὐχ› [2] ὁμολογηθέντα. τὰ οὖν νόμιμα παραβαίνων εἰὰν λάθῃ τοὺς ὁμολογήσαντας καὶ αἰσχύνης καὶ ζημίας ἀπήλλακται· μὴ λαθὼν δ᾽ οὔ· τῶν δὲ τῇ φύσει ξυμφύτων ἐάν τι παρὰ τὸ δυνατὸν βιάζηται, ἐάν τε πάντας ἀνθρώπους λάθῃ, οὐδὲν ἔλαττον τὸ κακόν, ἐάν τε πάντες ἴδωσιν, οὐδὲν μεῖζον· οὐ γὰρ διὰ δόξαν βλάπτεται, ἀλλὰ δι᾽ ἀλήθειαν. ἔστι δὲ πάν‹των› ἕνεκα τούτων ἡ σκέψις, ὅτι τὰ πολλὰ τῶν κατὰ νόμον δικαίων πολεμίως τῇ φύσει κεῖται· νενο‹μο›θ‹έ›τηται γὰρ ἐπί τε τοῖς ὀφθαλμοῖς, ἃ δεῖ [3] αὐτοὺς ὁρᾶν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τοῖς ὠσίν, ἃ δεῖ αὐτὰ ἀκούειν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τῇ γλώττῃ ἅ τε δεῖ αὐτὴν λέγειν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ ταῖς χερσίν, ἅ τε δεῖ αὐτὰς δρᾶν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τοῖς ποσίν, ἐφ᾽ ἅ τε δεῖ αὐτοὺς ἰέναι καὶ ἐφ᾽ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τῷ νῷ, ὧν τε δεῖ αὐτὸν ἐπιθυμεῖν καὶ ὧν μή. ‹οὐ μὲ›ν οὖν οὐδὲν τῇ φύσει φιλιώτερα οὐδ᾽ οἰκειότερα, ἀφ᾽ ὧν οἱ νόμοι ἀποτρέπουσι τοὺς ἀν‹θ›ρώπ‹ους›, ἢ ἐφ᾽ ἃ ‹προ›τρέπουσιν‹·› τ‹ὸ δ᾽ αὖ› ζῆν ἐστι τῆς φύσεως καὶ τὸ ἀποθανεῖν, καὶ τὸ μὲν ζῆν αὐτ‹οῖς› ἐστιν ἀπὸ τῶν ξυμφερόντων, τὸ δὲ ἀποθανεῖν ἀπὸ τῶν μὴ [4] ξυμφερόντων. τὰ δὲ ξυμφέροντα τὰ μὲν ὑπὸ τῶν νόμων κείμενα δεσμὰ τῆς φύσεώς ἐστι, τὰ δ᾽ ὑπὸ τῆς φύσεως ἐλεύθερα. οὔκουν τὰ ἀλγύνοντα ὀρθῷ γε λόγῳ ὀνίνησιν τὴν φύσιν μᾶλλον ἢ τὰ εὐφραίνοντα· οὔκουν ἂν οὐδὲ ξυμφέροντ᾽ εἴη τὰ λυποῦντα μᾶλλον ἢ τὰ ἥδοντ‹α·› τὰ γὰρ τῷ ἀληθεῖ ξυμφέροντα οὐ βλάπτειν δεῖ, ἀλλ᾽ ὠφελεῖν. τὰ τοίνυν τῇ φύσει ξυμφέροντα τούτ‹ων› […]· κα‹ὶ οἵτινε›ς ἂν [5] παθόντες ἀμύνωνται καὶ μὴ αὐτοὶ ‹ἄρχ›ωσι τοῦ δρᾶν· καὶ οἵτινες ἂν τοὺς γειναμένους καὶ κακοὺς ὄντας εἰς αὐτοὺς εὖ ποιῶσιν· καὶ οἱ κατόμνυσθαι διδόντες ἑτέροις, αὐτοὶ δὲ μὴ κατομνύμε‹νοι.› καὶ τούτων τῶν εἰρημένων πόλλ᾽ ἄν τις εὕροι πολέμια τῇ φύσει· ἔνι τ᾽ ἐν αὐτοῖς ἀλγύνεσθαί τε μᾶλλον, ἐξὸν ἥττω, καὶ ἐλάττω ἥδεσθαι, ἐξὸν πλείω, καὶ κακῶς πάσχειν, ἐξὸν μὴ πάσχειν. εἰ μὲν οὖν τις τοῖς τοιαῦτα προς‹ϊ›εμένοις ἐπικούρησις ἐγίγνετο παρὰ τῶν νόμων, τοῖς δὲ μὴ προσϊεμένοις, ἀλλ᾽ ἐναντιουμένοις ἐλάττωσις, οὐκ ἀν›όνητον ἂν› ἦν τ‹ὸ τοῖς νό›μοις πεῖ‹σμα· [6] νῦν› δὲ φαίνε‹ται τοῖς› προσϊεμ‹ένοις› τὰ τοιαῦτα τὸ ἐ‹κ› νόμου δίκαιον οὐχ ἱκανὸν ἐπικουρεῖν· ὅ γε πρῶτον μὲν ἐπιτρέπει τῷ πάσχοντι παθεῖν καὶ τῷ δρῶντι δρᾶσαι· καὶ οὔτε ἐνταῦθα διεκώλυε τὸν δρῶντα δρᾶσαι. εἴς τε τὴν τιμωρίαν ἀναφερόμενον οὐδὲν ἰδιώτερον ἐπὶ τῷ πεπονθότι ἢ τῷ δεδρακό‹τι·› πεῖ‹σ›αι γὰρ δ‹εῖ› αὐτὸ‹ν το›ὺς τ‹ιμω›ρ‹ήσοντ›ας, ὡς ἔπαθεν, ‹καὶ› δύνασθαι ἀπ‹αιτ›εῖ δίκην ‹ἑλεῖ›ν.