Μειράκιον

Μειράκιο

Για μειράκια ο λόγος σήμερα, που είναι λέξη αρχαιοπρεπής. Όταν την χρησιμοποιούμε, προσδίδουμε έναν αρνητικό χαρακτηρισμό στους νέους μας. Μειράκια είναι οι ανώριμοι και επιπόλαιοι νέοι, που πράττουν χωρίς να πολυσκέφτονται, ενεργώντας παρορμητικά και βλαπτικά, ζημιώνοντας τόσο τον εαυτό τους όσο και τους άλλους.

Παράγεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mer-jo-, που δηλώνει τον νέο άνδρα. Νέος άνδρας, λοιπόν, το μειράκιο. Ο αρχικός τύπος μειράκιον προκύπτει από το αρχαιοελληνικό μεῖραξ ως υποκοριστικό του. Μεῖραξ ήταν το μικρό κορίτσι. Μεῖραξ αργότερα έγινε και το μικρό αγόρι, το παλικαράκι, ο νεανίσκος. Από εκεί και το μειράκιον, που του έφυγε το τελικό -ν στα νέα ελληνικά, και έγινε μειράκιο, ένα αγόρι όλο νιάτα και δροσιά, κάτι μεταξύ εφήβου και άνδρα.

Στα παλιότερα ελληνικά αυτός ο νεαρός καμιά φορά λέγεται μειρακίσκος, και στη θηλυκή του εκδοχή μειρακίσκη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ήθελαν να τον ειρωνευτούν, τον αποκαλούσαν μειρακύλλιον, νέο ανώριμο, παιδαρέλι, θα λέγαμε εμείς.

Ειδικά για το μειράκιον οι αρχαίοι μας έλεγαν ότι ήταν εκείνος που είχε ηλικία από τα δεκατέσσερα μέχρι τα εικοσιένα χρόνια. Ἄχρι γενείου λαχνώσεως (μέχρι να φανούν τα γένεια του) ήταν μειράκιον, μετά εισερχόταν στην μεγάλη οικογένεια των ανδρών. Αυτός που εξαπατούσε τα μειράκια ήταν ο μειρακιεξαπάτης, ενώ το δικό μας ρήμα παιδιαρίζω ήταν το παλαιότερο μειρακιεύομαι.

Το μειράκιον, ωστόσο, σε άλλες εποχές δεν είχε πάντοτε άρωμα ανωριμότητας. Δυστυχώς, στις μέρες μας, μειράκιο χαρακτηρίζεται αυτός ο νέος που δεν δείχνει ιδιαίτερη σύνεση, όταν ενεργεί. Λυπόμαστε γι’ αυτούς και τους ευχόμαστε να μην μειρακιεύονται τόσο, και να σοβαρευτούν λιγάκι, γιατί η πατρίδα χρειάζεται ώριμους, σώφρονες και μυαλωμένους νεανίες.

Σε όλα τα μειράκια χαρίζουμε την περίφημη ιστορία που είχε το αναγνωστικό του Ζούκη, της Α’ Γυμνασίου, με το οποίο οι γονείς μας και κάποιοι λίγο παλιότεροί μας έμαθαν ελληνικά. Σε αυτό ένα «μειράκιον Ἐρετρικόν» ένας αμούστακος έφηβος από την Ερέτρια, μαθήτευσε μερικά χρόνια κοντά στον Ζήνωνα τον Ελεάτη. Όταν έγινε άντρας, γύρισε στο σπίτι του και ο πατέρας του ζητούσε να τού πει τι τέλος πάντων έμαθε από τον σπουδαίο φιλόσοφο. Το μειράκιόν μας δεν απάντησε έτσι με μια απάντηση, αλλά έδειχνε με τις πράξεις του αυτά που είχε διδαχθεί από το σπουδαίο δάσκαλό του.

Κάποια φορά, όμως, ο πατέρας οργίστηκε με μια πράξη του γιου του και τον έδειρε. Ο μικρός δεν αντέδρασε, και όταν πια ο πατέρας ηρέμησε, το «μειράκιον Ἐρετρικόν» ήρεμα και απλά του είπε: Αυτό ακριβώς έμαθα από το Ζήνωνα, να μην αγανακτώ μαζί σου, μια που είσαι μεγάλος και δικαιούσαι να οργίζεσαι πότε πότε. Αν έκανα ό, τι εσύ, απαντούσα με οργή, θα ήμουν κακός γιος.

Ο πατέρας συγκινήθηκε με την συνετή απάντηση του μειρακίου του και διαπίστωσε ότι δεν ήταν τόσο μειράκιον το παιδί του. Κατέληξε ακόμη στο συμπέρασμα ότι και ο φιλόσοφος είχε κάνει καλή δουλειά σχετικά με την αγωγή του γιου του.

source:https://www.liberal.gr